Αλίσια Ζτὀλινγκς

Στο χείλος: Ιερόν της Αρτέμιδος εν Βραυρώνι

(προσευχή για κόρες)

 

Για τη Μυρτώ και την Αταλάντη

 

τάς τε κόρας, Λιμνᾶτι, κόρᾳ κόρα, ὡς ἐπιεικές [1]

 

 

Απ’ την Αθήνα ημερήσια εκδρομή –

Πώς κανείς να μην εκμεταλλευτεί

 

Τέτοιον καιρό; – οπότε εμείς, οι εντός των τειχών, σκορπάμε

Χρόνο και καύσιμα μέχρι να πάμε

 

Στου ποταμού το χείλος, όπου κίονες αναστυλωμένοι

Ακροπατούν πάνω στη γη που είναι απ’ το έλος ποτισμένη:

 

Σπασμένα κιονόκρανα –φωλιές για το σπουργίτι,

Που, νεοσσό, πετάγεται σα βέλος απ’ το σπίτι

 

Ως μες στο κυανό στερέωμα– απάνω τους στηρίζεται όλος,

Σαν ένα αέτωμα, ο καθαρός παραδεισένιος θόλος·

 

Μοιάζει ν’ απλώνεται η στοά εν τῳ αρχαίῳ οίκῳ

άνω και κάτω απ’ το λαθούρι και το βίκο,

 

Καθώς οι ραβδωτές κολώνες καθρεφτίζονται διπλά

Μες στα στεκάμενα νερά, που ενοχλούνται από τα ελικόσχημα φυτά.

 

Κανείς δεν τα φρουρεί αυτά, ούτε εξετάζει

Τους επισκέπτες, παρά μόνο το βατράχι που κοάζει,

 

Και μέσ’ απ’ τα καλάμια ακούγονται λογιών-λογιών

Κουβέντες αμετάφραστες πουλιών.

 

Τα δυο κορίτσια, οι κόρες μας, στο χείλος της ενήλικης ζωής,

Στις παρειές των λόφων σκαρφαλώνουν μεθ’ ορμής,

 

Εις άγραν – αναρρίχησης, κουκουναριών, ανθών,

Και πατημάτων και γονάτων πληγωμένων και δυνάμεως θεών;

 

Είναι κοντά στην ηλικία μ’ εκείνα τα κορίτσια

Που αφήναν πίσω τους τα παιδικά καπρίτσια,

 

Για τη θεά Αρτέμιδα: ένα τουμπελέκι

Ή μια ταινία για τα μαλλιά, ή όποιο άλλο τσουμπλέκι,

 

Μπάλες, διαμαντικά, καθρέφτες ή και κούκλες,

Μαζί με τις κομμένες παιδικές τους μπούκλες,

 

Όλα αφιερωμένα στην Αρτέμιδα, που δε διαβαίνει

Ποτέ της ηλικίας το κατώφλι, ούτε κέρδη και ζημιές προσμένει.

 

Ετούτη η επικράτεια της Άρτεμης, ετούτα τα νερά

Κι ετούτος ο ναός δεν είναι άλλο τίποτα παρά

 

Προθάλαμος: κανείς θνητός δε μένει εδώ για πάντα αυθυπάρκτως,

Παρά διασχίζει και περνά σαν αρκουδάκι – «άρκτος».[2]

 

Είναι μια παρομοίωση που λειτουργεί κι από τις δυο –

Δες το παιδί πώς σκαρφαλώνει σαν αρκούδι μοναχό,

 

Και πώς, όταν ορθώνεται στα δυο,

Κανένα ζώο άγριο δεν μοιάζει τόσο με ανθρώπινο μικρό!

 

Εδώ σ’ αυτό το ιερό εδώ,

Μες στο νερό που απ’ την πηγή πετιέται απάνω καθαρό,

 

Οι αρχαιολόγοι έχουν βρει

Καθρέφτες και παιχνίδια και κοσμήματα που ’χουν πνιγεί,

 

Εδώ που οι κόρες μας με πόδια λασπωμένα

Σκαλίζουν με τα ξύλα τους νερά βατραχωμένα,

 

Εδώ η Μνησώ προσφέρει, για να ευλογηθεί,

Το ανάθημα ρούχου βατραχοπράσινου που έχει φορεθεί.

 

Εδώ η στιγμή, που μοιάζει να ορίζεται

Απ’ την πηγή, μέσα στην άκρα ηρεμία μετεωρίζεται,

 

Καθώς οι λιμπελλούλες –που αντί

Για πράσινο του αχάτη είναι καρνεόλιο ροδακί

 

Και αιωρούνται σαν στολίδια που έχουν σταματήσει

Εν τω μέσω του αέρα, τη στιγμή που τα ’χεις ρίξει

 

Μες στα νερά– δεν μοιάζουν να ζορίζονται

Παρ’ ότι τα φτερούλια τους στριφογυρίζονται

 

Μ’ εντατικό ρυθμό που αχνά τα ορίζει,

Καθώς το νερό τρέχει αργά-αργά σα να δακρύζει.

 

Οι δύο φίλες θέλουν βέβαια να μείνουν

Λίγο ακόμα, πιο πολύ να παρατείνουν

 

Πες το παιχνίδι, αυτόν τον τρόπο να υπάρχεις εκτός χρόνου,

Όταν ακόμα σκαρφαλώνεις άνευ πόνου.

 

Θεά της κοριτσίστικης ζωής άκου την προσευχή μου

Για εκείνη, τη μικρούλα άρκτο, τη δική μου:

 

Θεά της άγριας φύσης δώσε της να κατοικήσει

Εδώ χρόνο πολύ και να ευτυχήσει

 

Προτού ετούτες τις πλαγιές ν’ αφήσει,

Της γυναικείας φύσης το κατώφλι να διασχίσει,

 

(Αυτής της πόλης όπου όλες πάμε

Κι απ’ τις πολλές δουλειές βαρυγκωμάμε),

 

Άφησε μέσα της κάτι μικρό που να μην ονομάζεται,

Κάτι ανεμπόδιστο και οριακό – να μη δαμάζεται.

[μετάφραση και σημειώσεις στα ελληνικά: Ορφέας Απέργης]

 

[1] Ανωνύμου: στίχος από το επίγραμμα 280 του βιβλίου VI της Παλατινής Ανθολογίας. Το πλήρες επίγραμμα, σε πρόχειρη πεζή δική μου μετάφραση, έχει ως εξής (με πλάγιους χαρακτήρες επισημαίνω τα μέρη του στίχου που χρησιμοποιεί η Stallings ως προμετωπίδα του ποιήματός της):

«Η Τιμαρέτη, κόρη του Τιμάρετου, πριν απ’ τον γάμο της, αφιέρωσε σ’ εσένα, θεά Άρτεμη της Λίμνης [Σ.τ.Μ. εννοεί την Βραυρωνία Αρτέμιδα], τα τύμπανά της και την αγαπημένη της μπάλα και το διχτάκι που της κράταγε τα μαλλιά, και τις κούκλες της με τα φορέματά τους, δώρο από κόρη παρθένο σε παρθένο, ως αρμόζει [Σ.τ.Μ. εννοεί από την μικρή κοπέλα στην παρθένο Άρτεμη]. Όμως τώρα, κόρη της Λητώς, καλύπτοντάς την με το χέρι σου, κράτησε αυτήν αγνή με αγνότητα».

[2] Πάπυρος: «Στον ναό αυτόν της Αρτέμιδος (Βραυρώνιον) […] έμεναν κάποια κοριτσάκια ηλικίας 5 με 10 ετών, προσφέροντας υπηρεσίες στη θεά. Ήταν εκεί για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Ονομάζονταν τα κορίτσια αυτά, χαρακτηριστικά, «άρκτοι», δηλαδή αρκούδες. Ο λόγος που έμεναν εκεί ήταν ότι τα είχαν υποσχεθεί οι μανάδες τους πριν γεννηθούνε στην Άρτεμη, για να βγουν γερά. Ως εκ τούτου εκείνη ήταν προστάτιδα των λεχώνων και των επιτόκων. Όταν τα κορίτσια αυτά μεγάλωναν πιστευόταν ότι είχαν τη βοήθεια της θεάς σαν γίνονταν σύζυγοι». [Σ.τ.Μ., με κάποιες τροποποιήσεις]